Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ακαλλιέργητος στα γαλλικά
ακαλλιέργητος
λέγεται
akali’erjitos
.
ακαλλιέργητος
σημαίνει στα γαλλικά
inculte / en friche
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- χέρσος αγρός / ακαλλιέργητος αγρός : friche / jachère
- χέρσος γη / ακαλλιέργητος γη : terres incultes
Subscribe
0 Comments


