Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αλείφω στα γαλλικά
αλείφω
λέγεται
a’lifo
.
αλείφω
σημαίνει στα γαλλικά
badigeonner
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αλείφω με γόμμα : engommer
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
