Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αναπληρώνω στα γαλλικά
αναπληρώνω
λέγεται
anapli’rono
.
αναπληρώνω
σημαίνει στα γαλλικά
suppléer / combler
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
