Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

απολύω στα γαλλικά
απολύω
λέγεται
apo’lio
.
απολύω
σημαίνει στα γαλλικά
licencier
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- απολύω / καταγγέλλω τη σύμβαση εργασίας : congédier
- απολύω : débaucher
- απολύω : destituer
- απολύω : retrait d'emploi / retrait de l'emploi
- απολύω : licencier
- απολύω ένα πλήρωμα / πληρώνω και θέτω σε αργία ένα πλήρωμα : licencier l'équipage / payer et congédier un équipage
- απολύω το δόκιμο υπάλληλο : licencier le fonctionnaire stagiaire
- απολύω δημόσιο υπάλληλο : révoquer un fonctionnaire
- απολύω με άμεση καταγγελία / απολύω με άτακτη καταγγελία : congédier sans préavis / licencier sans préavis
Subscribe
0 Comments


