Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

δάγκωμα στα γαλλικά
δάγκωμα
λέγεται
’dhagoma
.
δάγκωμα
σημαίνει στα γαλλικά
morsure
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- δάγκωμα / αγκύρωση : accrochage
- δάγκωμα : pouvoir de prise
- δάγκωμα σκύλου / δαγκωματιά σκύλου : morsure de chien
- δάγκωμα της ουράς : caudophagie
- τάσις προς δάγκωμα : pulsion orale agressive
- φλεγμονή από δάγκωμα γάτας : phlegmon par morsure de chat
Subscribe
0 Comments


