Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

δαντέλα στα γαλλικά
δαντέλα
λέγεται
dha’dela
.
δαντέλα
σημαίνει στα γαλλικά
dentelle
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- δαντέλα : maille dentelle
- δαντέλα λεπτή : remplissage du dessin
- δαντέλα βέλου : voile
- δαντέλα μέτρου : largeur
- δαντέλα αγγέλου : garniture en dentelle
- κεντητή δαντέλα : point d'aiguille
- δικτυωτή δαντέλα : filet
- οδοντωτή δαντέλα : galon
- δαντέλα σύνδεσης : dentelle entre-deux
- δαντέλα φάινινγκς : remplissage chaîne
Subscribe
0 Comments


