Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ενισχύω στα γαλλικά
ενισχύω
λέγεται
enis’hio
.
ενισχύω
σημαίνει στα γαλλικά
renforcer / fortifier / amplifier
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ενισχύω / υποστηρίζω : renforcer de tasseaux
- ενισχύω : amplifier
- ενισχύω φόντι / φοδράρω φόντι : entoiler la tige
- ενισχύω με επένδυση : doubler
Subscribe
0 Comments


