Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ζυμώνω στα γαλλικά
ζυμώνω
λέγεται
zi’mono
.
ζυμώνω
σημαίνει στα γαλλικά
pétrir
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ζυμώνω / προκαλώ ζύμωση : fermenter
- ζυμώνω το βούτυρο / μαλάζω το βούτυρο : malaxer le beurre
Subscribe
0 Comments


