Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

θρόμβος στα γαλλικά
θρόμβος
λέγεται
’thronvos
.
θρόμβος
σημαίνει στα γαλλικά
caillot
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- θρόμβος : grumeau
- κόμπος / θρόμβος : bouton
- θρόμβος / αιματόπηγμα : caillot
- θρόμβος / πεπηγός αίμα : épanchement du sang coagulé
- πήγμα / θρόμβος : coagulum
- θρόμβος : thrombus
- θρόμβος C-V / θρόμβος χωρητικότητας συναρτήσει της τάσης : point conducteur C-V / point conducteur capacité-tension
- Κόκκος θρόμβος : miette / granule
- θρόμβος,κροκίς : flocule
- θρόμβος αίματος : caillot de sang / coagule de sang
Subscribe
0 Comments


