Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

θωρηκτό στα γαλλικά
θωρηκτό
λέγεται
thorik’to
.
θωρηκτό
σημαίνει στα γαλλικά
cuirassé
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- θωρηκτό / ντρέντνοτ : cuirausé
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
