Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ιώδιο στα γαλλικά
ιώδιο
λέγεται
i’odhio
.
ιώδιο
σημαίνει στα γαλλικά
iode
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ιώδιο / MUL : iode
- ιώδιο / MUL : iode métalloïde
- Ε2 / 6Η2Ο : E2 / iode-I
- ιώδιο-129 : iode 129
- γεύση ιωδίου / γεύση από ιώδιο : gout d'iode
- ιώδιο-Bassedow / ιωδικός μπασσεντοβισμός : Basedow iodique
- βαμβάκι με ιώδιο : ouate à l'iode
- δοκιμασία με ιώδιο : test à l'iode / test de régression à l'amidon
- ιώδιο του φωσφονίου : iodure de phosphonium
- εισπνεόμενο ιώδιο-129 : iode I29 inhalé
Subscribe
0 Comments


