Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

κάννη στα γαλλικά
κάννη
λέγεται
’kani
.
κάννη
σημαίνει στα γαλλικά
canon
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κάννη / κάννη όπλου : canon
- λεία κάννη : canon lisse
- κάννη λεία : âme lisse / canon lisse
- ραβδωτή κάννη / αυλακωτή κάννη : canon rayé
- μακρύκαννο επαναληπτικό πυροβόλο όπλο με λεία κάννη : arme à feu longue à répétition à canon lisse
Subscribe
0 Comments


