Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

καλούπι στα γαλλικά
καλούπι
λέγεται
ka’lupi
.
καλούπι
σημαίνει στα γαλλικά
moule
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- μήτρα / καλούπι : CSP / garniture de moule
- μήτρα / καλούπι : moule de cuisson
- καλούπι : moule à fromage
- καλούπι : moule-bloc
- μήτρα / καλούπι : matrice
- στάμπα / καλούπι : étampe
- μήτρα / καλούπι : moule / mandrin
- τύπος / καλούπι : moule
- καλούπι : pot de compoundage / boîte de compoundage
- καλούπι / μοντέλο : empreinte rapportée
Subscribe
0 Comments


