Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

καρφίτσα στα γαλλικά
καρφίτσα
λέγεται
kar’fitsa
.
καρφίτσα
σημαίνει στα γαλλικά
épingle
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- καρφίτσα : broche
- καρφίτσα : épingle
- ρολόι-πόρπη / ρολόι καρφίτσα : montre-broche
- καρφίτσα γραβάτας : épingle de cravate
- καρφίτσα εξαγωγής προτύπων : pointe à modèle / crochet à pointe
Subscribe
0 Comments


