Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ματαιώνω στα γαλλικά
ματαιώνω
λέγεται
mate’ono
.
ματαιώνω
σημαίνει στα γαλλικά
annuler
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ρίπτω / αποβάλλω : avorter / larguer
- ακυρώνω / ματαιώνω : annuler
- ματαιώνω / απενεργοποιώ : mettre hors service
- ματαιώνω : avorter / interrompre
Subscribe
0 Comments


