Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

μαυρίζω στα γαλλικά
μαυρίζω
λέγεται
ma’vrizo
.
μαυρίζω
σημαίνει στα γαλλικά
bronzer / noircir
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
