Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πανικοβάλλω στα γαλλικά
πανικοβάλλω
λέγεται
paniko’valo
.
πανικοβάλλω
σημαίνει στα γαλλικά
paniquer
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
