Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

παραδοσιακός στα γαλλικά
παραδοσιακός
λέγεται
paradhosia’kos
.
παραδοσιακός
σημαίνει στα γαλλικά
traditionnel
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- παραδοσιακός βελονισμός : acuponcture traditionnelle
- άτυπος τομέας απασχόλησης / παραδοσιακός τομέας εργασιών : secteur informel
- παραδοσιακός ακρωτηριαμός : mutilation traditionnelle
- "παραδοσιακός" τύπος ρούμι : rhum "traditionnel"
- μη παραδοσιακός εκπαιδευόμενος : apprenant non-traditionnel
- παραδοσιακός πολιτισμός/παράδοση : culture traditionnelle
- παραδοσιακός χρηματοπιστωτικός ρόλος : rôle financier traditionnel
- παραδοσιακός δείκτης του γεωργικού εισοδήματος : indicateur traditionnel du revenu agricole
- παραδοσιακός κοινωνικός προσδιορισμός των ατόμων : société à détermination traditionnelle
Subscribe
0 Comments


