Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

παραλείπω στα γαλλικά
παραλείπω
λέγεται
para’lipo
.
παραλείπω
σημαίνει στα γαλλικά
omettre
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- παραλείπω να αποφασίσω : s'abstenir de statuer
- παραλείπω να ζητήσω τη γνώμη ενός προσώπου : non-consultation d'une personne
- παραλείπω να αποφανθώ ως προς ένα μεμονωμένο σημείο των αιτημάτων : omettre de statuer sur un chef isolé des conclusions
Subscribe
0 Comments


