Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πεποίθηση στα γαλλικά
πεποίθηση
λέγεται
pe’pithisi
.
πεποίθηση
σημαίνει στα γαλλικά
conviction
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- πεποίθηση : croyance / mesure de croyance
- πεποίθηση περί δικαίου : opinio juris
- ηθική πεποίθηση/λογική βεβαιότητα : persuasion morale
Subscribe
0 Comments


