Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

πλημμυρίζω στα γαλλικά
πλημμυρίζω
λέγεται
plimi’rizo
.
πλημμυρίζω
σημαίνει στα γαλλικά
être inondé
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
