Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

προσήλωση στα γαλλικά
προσήλωση
λέγεται
pro’silosi
.
προσήλωση
σημαίνει στα γαλλικά
attachement
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- προσήλωση : fixation
- αυξημένη ασβέστωση / αυξημένη προσήλωση ασβεστίου στους ιστούς : hypercalcinose / hypercalcistie
- προσήλωση Brown-Soerensen : attachement de Brown-Soerensen
- προσήλωση στους ιστούς σε ευρεία έκταση : large fixation au niveau des tissus
Subscribe
0 Comments


