Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σαφής στα γαλλικά
σαφής
λέγεται
sa’fis
.
σαφής
σημαίνει στα γαλλικά
clair
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ρητός / σαφής : explicit
- σαφής πράξη : acte clair
- σαφής γλώσσα : langage clair / langage usuel
- σαφής σύγκρουση / καθαρή σύγκρουση : conflit de libération / collision de libération
- αποφαντική μνήμη / σαφής μνήμη του Οιδίποδα : mémoire déclarative / mémoire explicite d'Oedipe
- σαφής κίνδυνος σοβαρής παραβίασης : risque clair de violation grave
Subscribe
0 Comments


