Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

σταματώ στα γαλλικά
σταματώ
λέγεται
stama’to
.
σταματώ
σημαίνει στα γαλλικά
arrêter
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κρατώ / δεσμεύω : encliqueter
- ανακοχεύω / τραβερσάρω : se mettre en panne
- σταματώ το ράγισμα : arrêter une casse
- σταματώ την αιμορραγία : arrêter une hémorragie
- σταματώ την εκμετάλλευση : cesser l'exploitation
- κλείνω γραμμή στην κυκλοφορία / σταματώ την κυκλοφορία σε μια γραμμή : fermer une ligne au trafic
Subscribe
0 Comments


