Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

συσσωρεύω στα γαλλικά
συσσωρεύω
λέγεται
siso’revo
.
συσσωρεύω
σημαίνει στα γαλλικά
accumuler / cumuler
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- στοιβάζω / συσσωρεύω : gerber / empiler
- στοιβάζω / τοποθετώ : empiler
- συσσωρεύω : fusionner
- συσσωρεύω προοδευτικά και άλλο κεφάλαιο : accumulation progressive de capitaux
Subscribe
0 Comments


