Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

τοποθέτηση στα γαλλικά
τοποθέτηση
λέγεται
topo’thetisi
.
τοποθέτηση
σημαίνει στα γαλλικά
placement / affectation
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- επένδυση / τοποθέτηση : placement / investissement
- τοποθέτηση : positionnement
- τοποθέτηση : affectation
- τοποθέτηση : enregistrement
- Τοποθέτηση : mise en station
- ρύθμιση / τοποθέτηση : ajustage
- παγίδευση / τοποθέτηση παγίδων : piégeage / pose de pièges
- στύλωμα / στύλωση : fichage / échalassage
- ταβάνωμα / τοποθέτηση στέγης : couverture
- τοποθέτηση κινητών αξιών / διάθεση τίτλων : placement de titres / placement de valeurs mobilières
Subscribe
0 Comments


