Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

φυλακισμένος στα γαλλικά
φυλακισμένος
λέγεται
filakiz’menos
.
φυλακισμένος
σημαίνει στα γαλλικά
prisonnier
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- εγκάθειρκτος / φυλακισμένος : étranglé
Subscribe
0 Comments


