Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

φωτισμός στα γαλλικά
φωτισμός
λέγεται
fotiz’mos
.
φωτισμός
σημαίνει στα γαλλικά
éclairage
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- φωτισμός : éclairage
- φωτισμός / ένταση ακτινοβολκας : irradiance / éclairement énergétique
- φωτισμός / φωτεινότητα : éclairement / éclairement lumineux
- φωτισμός : illuminant
- φωτισμός : illumination
- φωτισμός : éclairement énergétique
- φωτοχυσία / φωτισμός με προβολείς : illumination / éclairage par projection
- κύριο φως / κλειδιακός φωτισμός : lumière principale
- τεχνητό φώς / τεχνητός φωτισμός : lumière artificielle
Subscribe
0 Comments


