Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

χήρος στα γαλλικά
χήρος
λέγεται
’hiros
.
χήρος
σημαίνει στα γαλλικά
veuf
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- χήρος : veuf
- χήρος συντηρούμενος από την αποθανούσα σύζυγό του : veuf à charge de son épouse décédée
Subscribe
0 Comments


