Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

χλωρός στα γαλλικά
χλωρός
λέγεται
hlo’ros
.
χλωρός
σημαίνει στα γαλλικά
vert
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- χλωρό κλαδί / χλωροί κλάδοι : pousse / rameau herbacé
- χλωρός βλαστός : rameau herbacé
- χλωρός αραβόσιτος : maïs vert
- χλωρός εμβολιασμός / εμβολιασμός με εμβόλια εκ χλωρών βλαστών : greffe herbacée
- χλωρός εμβολιασμός / πράσινος εμβολιασμός : greffage en vert
- χλωρός απoξηραμένος σίτος : épeautre vert séché
Subscribe
0 Comments


