Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ψύχωση στα γαλλικά
ψύχωση
λέγεται
’psihosi
.
ψύχωση
σημαίνει στα γαλλικά
psychose
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ψύχωση : psychose
- ψύχωση / παραφροσύνη : maladie mentale
- ηβηφρένεια / ψύχωση της εφηβικής ηλικίας : hébéfrénie / hébéphrénie
- οξεία ψύχωση : psychose aigüe
- σχιζοφρένεια / σχιζοφρενική ψύχωση : schizophrénie
- φοβική ψύχωση : psychose anxieuse
- τοξική ψύχωση : psychose toxique
- τοξική ψύχωση / ψύχωση δηλητηριάσεως : psychose d'intoxication
- δυαδική ψύχωση : folie à deux / folie simultanée
- οργανική ψύχωση : psychose organique
Subscribe
0 Comments


