Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

άμεσα στα γαλλικά
άμεσα
λέγεται
’amesa
.
άμεσα
σημαίνει στα γαλλικά
directement
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- άμεσα μέσα / άμεσα όργανα : instrument direct
- άμεσα πυρά : tir tendu
- άμεσα έξοδα : frais directs
- άμεσα έσοδα : recettes directes
- άμεσα κλωσμένο : obtenu par filature directe
- άμεσα κεφάλαια : fonds immédiats
- άμεσα εκτελεστός : exécutoire de plano
- ρευστοποιώ άμεσα : mobilisation immédiate
- ρευστή τοποθέτηση / επένδυση άμεσα ρευστοποιήσιμη : placement liquide
- ποσό άμεσα καταβλητέο : montant immédiatement exigible
Subscribe
0 Comments


