Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

άνοστος στα γαλλικά
άνοστος
λέγεται
’anostos
.
άνοστος
σημαίνει στα γαλλικά
fade
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- άνοστος : maché
- άνοστος / επίπεδος : plat
Subscribe
0 Comments


