Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

άσβηστος στα γαλλικά
άσβηστος
λέγεται
’azvistos
.
άσβηστος
σημαίνει στα γαλλικά
ineffaçable
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
