Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

έδαφος στα γαλλικά
έδαφος
λέγεται
’edhafos
.
έδαφος
σημαίνει στα γαλλικά
sol / territoire / terrain
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- χώμα / έδαφος : sol / pays
- Γκουάμ / Έδαφος του Γκουάμ : Guam / le territoire de Guam
- έδαφος / υπερβολική προσέγγιση στο : proximité exagérée du sol
- έδαφος : substrat agricole
- έδαφος : sol
- έδαφος : terrain
- γη / έδαφος : terre
- έδαφος / περιοχή : territoire
- έδαφος / επιφάνεια : territoire
- Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία / Διεθνές Δικαστήριο για την Ποινική Δίωξη των Προσώπων που Ευθύνονται για τη Διάπραξη Σοβαρών Παραβιάσεων του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου στο Εδαφος της Πρώην Γιουγκοσλαβίας : TPIY / Tribunal pénal international pour l'ex-Yougoslavie
Subscribe
0 Comments


