Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

έλαιο στα γαλλικά
έλαιο
λέγεται
’eleo
.
έλαιο
σημαίνει στα γαλλικά
huile
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- λάδι / έλαιο : huile
- ραπέλαιο / κραμβέλαιο : huile de colza
- παχύ λάδι / βαρύ έλαιο : huile épaisse
- λάδι κοπρά / έλαιο κόπρας : huile de coco / huile de coprah
- κραμβέλαιο / ραφανέλαιο : huile de ravison
- έλαιο Foot : huile de ressuage
- κραμβέλαιο / γογγυλέλαιο : huile de colza
- φυτικό έλαιο : huile végétale
- έλαιο πλοίου : hydrocarbure de fond de cale
- τελικό έλαιο / έλαιο ως τελικό προϊόν : huile-produit fini
Subscribe
0 Comments


