Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ένσημο στα γαλλικά
ένσημο
λέγεται
’ensimo
.
ένσημο
σημαίνει στα γαλλικά
timbre
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ένσημο / σφραγίδα : timbre / vignette
- δικαστικό ένσημο : timbre judiciaire
- ένσημο πιστότητας : timbre de fidélité
- ένσημο φόρου κατανάλωσης : vignette fiscale
- ένσημο κάρτας εισιτηρίου : timbre de validation
- διεθνές ένσημο απάντησης : coupon-réponse international
- ένσημο καιρικών συνθηκών : timbre d'intempérie
Subscribe
0 Comments


