Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αδειούχος στα γαλλικά
αδειούχος
λέγεται
adhi’uhos
.
αδειούχος
σημαίνει στα γαλλικά
en congé
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αδειούχος πιστοποίησης / δικαιούχος για πιστοποίηση : licencié en matière de certification
- αδειούχος ιδιοκτήτης φαρμακοποιός : pharmacien titulaire / titulaire d'officine
Subscribe
0 Comments


