Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αδιάβροχο στα γαλλικά
αδιάβροχο
λέγεται
a’dhjavroho
.
αδιάβροχο
σημαίνει στα γαλλικά
imperméable / imper / anorak
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αδιάβροχο / γκαμπαρντίνα : gabardine
- αδιάβροχο : imperméable
- αδιάβροχο : cape / imperméable
- λαδόχαρτο / ημιθειόχαρτο : papier simili-sulfurisé
- μουσαμάς / αδιάβροχο κάλυμμα : prélart
- μουσαμάς / αδιάβροχο επίβλημα : toile de protection contre la pluie
- μουσαμάς(κν.) / αδιάβροχο κάλυμμα : prélart
- αδιάβροχο δέρμα : cuir amphibie
- αδιάβροχο ρολόι : montre étanche
Subscribe
0 Comments


