Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αθόρυβος στα γαλλικά
αθόρυβος
λέγεται
a’thorivos
.
αθόρυβος
σημαίνει στα γαλλικά
silencieux / sourd
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αθόρυβος συντονισμός : accord silencieux
- αθόρυβος οδοντοτροχός : pignon silencieux
Subscribe
0 Comments


