Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αιματηρός στα γαλλικά
αιματηρός
λέγεται
emati’ros
.
αιματηρός
σημαίνει στα γαλλικά
sanglant
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αιματηρός : cruenté
- αιματηρός καταρράκτης : cataracte cruentée
Subscribe
0 Comments


