Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αισθητική στα γαλλικά
αισθητική
λέγεται
esthiti’ki
.
αισθητική
σημαίνει στα γαλλικά
esthétique
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αισθητική : esthétique
- διάκριση / αισθητική διάκριση : discrimination / discrimination sensorielle
- αισθητική ρίζα : racine sensitive
- αισθητική όχληση : atteinte à l'esthétique de l'environnement
- αισθητική αλεξία : alexie sensorielle
- αισθητική αμουσία : surdité tonale / surdité mélodique et tonale
- αισθητική διαταραχή / διαταραχή αισθητικής αντίληψης : trouble sensoriel
- αισθητική δεξιότητα : faculté sensitive
- αισθητική διαταραχή : symptôme sensoriel
- αισθητική δημιουργία : création esthétique
Subscribe
0 Comments


