Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ακτινογραφία στα γαλλικά
ακτινογραφία
λέγεται
aktinoyra’fia
.
ακτινογραφία
σημαίνει στα γαλλικά
radio
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ακτινογραφία : radiographie / radiophotographie
- ακτινογραφία / ραδιογράφημα : radiogramme
- ραδιογραφία / ακτινογραφία : radiographie / roentgenographie
- ακτινογραφία : radiogramme
- γλωσσογραφία / ακτινογραφία της γλώσσας : radiographie de la langue
- φλεβογραφία / ακτινογραφία κοίλης φλέβας : cavographie / phlébographie
- ακτινογραφία οστών : radiographie osseuse
- α/α : radiographie simple
- ακτινογραφία θώρακα : radiographie du thorax / radiographie thoracique
- πρόωρος πυελογραφία / πρώιμος ακτινογραφία των ουροφόρων οδών κατόπιν εισαγωγής σκιεράς ουσίας : urographie débutant rapidement après administration du produit de contraste
Subscribe
0 Comments


