Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ακυρώνω στα γαλλικά
ακυρώνω
λέγεται
aki’rono
.
ακυρώνω
σημαίνει στα γαλλικά
annuler
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ακυρώνω / ματαιώνω : annuler
- ακυρώνω : vicier
- αναιρώ επιλογή / ακυρώνω επιλογή : désélectionner
- ακυρώνω συνδρομή / διαγράφομαι ως συνδρομητής : se désabonner
- ακυρώνω κανονισμό : invalider un règlement
- ακυρώνω μία σύμβαση : annuler un contrat
- ακυρώνω μία διασάφηση : invalider une déclaration
- ακυρώνω μάσκες κελιού / ακυρώνω μάσκες κυψέλης : démasquer des cellules
- ακυρώνω μια παραγγελία : annuler une commande
- ακυρώνω τις βεβαιώσεις : annuler les attestations
Subscribe
0 Comments


