Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αλάτι στα γαλλικά
αλάτι
λέγεται
a’Iati
.
αλάτι
σημαίνει στα γαλλικά
sel
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αλάτι νάυλον / αδιπική εξαμεθυλενοδιαμίνη : sel nylon / adipate d'hexaméthylènediamine
- ορυκτό αλάτι : sel gemme
- χονδρό αλάτι : sel brut
- αγγλικό αλάτι / επισπαστικό άλας : sel anglais / sel révulsif
- βαρέλι αλάτι : (sel)
- αλάτι με σέλινο : sel de céleri
- αλάτι επιτραπέζιο : sel blanc / sel de table
- επιτραπέζιο ιωδιούχο αλάτι : sel de table iodé
- αλάτι στρώσης (οδοστρώματος / αλάτι στρώσης (οδοστρώματος) : sel d'épandage
- κρέας πασπαλισμένο με αλάτι : viande saupoudrée de sel
Subscribe
0 Comments


