Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αμπάρι στα γαλλικά
αμπάρι
λέγεται
a’bari
.
αμπάρι
σημαίνει στα γαλλικά
cale
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αμπάρι / κύτος φορτίου : cale à marchandises
- Dah / Κενάφ : Dah / kénaf
- στο αμπάρι : en cale
- κύτος πλοίου / αμπάρι πλοίου : cale de bateau / coquille de bateau
- ψυχόμενο αμπάρι : cale refroidie
- κύτος αλιεύματος / αμπάρι αλιεύματος(κν.) : cale à poisson
Subscribe
0 Comments


