Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ανέγερση στα γαλλικά
ανέγερση
λέγεται
a’nejersi
.
ανέγερση
σημαίνει στα γαλλικά
édification
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ανέγερση : montage
- ανέγερση εργατικών κατοικιών : construction de logements ouvriers
- ανέγερση προσωρινών ικριωμάτων : établissement d'échafaudages temporaires
- ανέγερση εγκατάστασης (οικοδομής / ανέγερση εγκατάστασης (οικοδομής) : surélever un site / élévation d'un site, d'une décharge
- κατασκευή (ανέγερση) εγκαταστάσεων : construction d'installations
Subscribe
0 Comments


