Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

αναζωπυρώνω στα γαλλικά
αναζωπυρώνω
λέγεται
anazopi’rono
.
αναζωπυρώνω
σημαίνει στα γαλλικά
raviver / ranimer
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- αναφλέγω τη φωτιά / αναζωπυρώνω τη φωτιά : jeter le feu
- αναζωπυρώνω τη φωτιά : pousser le feu / ranimer le feu
Subscribe
0 Comments


