Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ανεπαρκής στα γαλλικά
ανεπαρκής
λέγεται
anepar’kis
.
ανεπαρκής
σημαίνει στα γαλλικά
insuffisant
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- κακεργασία / ανεπαρκής σωματική ή διανοητική λειτουργία : "kakergasie"
- μπλεντάζ / ανεπαρκής θωράκιση : blindage insuffisant
- υποξήρανση / ανεπαρκής ξήρανση : sous-séchage
- υποδοσολογία (Preferred) / ανεπαρκής δόση : sous-dosage
- ανεπαρκής δόση : dosage insuffisant
- ανεπαρκής πληρωμή : paiement insuffisant
- έλλειψη ωριμότητας / ανεπαρκής ωριμότητα : défaut de maturité
- ανεπαρκής παραγωγή : sous-production
- ανεπαρκής διεύθυνση : adresse incomplète
- ανεπαρκής μεταποίηση : transformation insuffisante
Subscribe
0 Comments


