Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ανοίγω στα γαλλικά
ανοίγω
λέγεται
a’niyo
.
ανοίγω
σημαίνει στα γαλλικά
ouvrir / écarter
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ανοίγω : battre
- εντέμνω / κάνω εντομές : gruger
- ξεπακετάρω / ανοίγω το πακέτο : déballer / désemballer
- ανοίγω βαρέλι : mettre en perce un fut
- ανοίγω πίστωση : accréditer / établir un accréditif
- ανοίγω κύκλωμα : ouvrir un circuit
- έλεγχος-ρύθμιση / έλεγχος δύο σημείων : action par tout ou rien / commande par tout ou rien
- ανοίγω λογαριασμό : ouvrir un compte
- ανοίγω την κοιλιά : éventrer
- ανοίγω κανάλια αερισμού : tirer l'air
Subscribe
0 Comments


